γράφει ο Βαγγέλης Μαράκης
Διαφήμιση αρχικώς ήταν η
πράξη εκείνη που γνωστοποιούσε στο κοινό κάτι που ήταν κοινού ενδιαφέροντος.
Σήμερα η διαφήμιση δεν γνωστοποιεί. Σήμερα η διαφήμιση είναι μια πράξη
συγκαλυμμένης βίας –κι όχι ενημέρωσης– που επιβάλλει μια διαρκή καταναλωτική
υποδούλωση.
Κέντρο των διαφημιστικών μηνυμάτων δεν είναι οι πραγματικές
ανάγκες μας αλλά τα ίδια τα προϊόντα. Η απόκτησή τους θα μας κάνει
ευτυχισμένους, αν και η ευτυχία μας θα διαρκέσει όσο και τα διαφημιστικά
μηνύματα. Αλλά τα διαφημιστικά μηνύματα ξεπερνούν την ζωή, διότι αυτά δεν
σταματούν ποτέ.
Την διαφήμιση την υπηρετούν ειδικοί επαγγελματίες με έκτακτα
χαρίσματα. Άνθρωποι που βιοπορίζονται όχι παράγοντας αγαθά, αλλά δημιουργώντας
ψευδαισθήσεις. Αυτοί οι ειδικοί «αγνοούν» την κρίση, την ανεργία και την
φτώχεια. Γνωρίζουν όμως να εξαπατούν εαυτούς και αλλήλους, επιβάλλοντας πρότυπα
ψευτοζωής. Γνωρίζουν να νοηματοδοτούν το τίποτα.
Δείτε μια σερβιέτα. Οι γυναίκες που την χρησιμοποιούν είναι νέες ή
παριστάνουν τις νέες κι έχουν ανακαλύψει το μυστικό της ευτυχίας σε μια
σερβιέτα –που στο χωριό μου την έλεγαν αλλιώς. Δείτε ένα αποσμητικό για άνδρες.
Ωραίοι, γυμνασμένοι κι ανέμελοι όλοι τους. Ψεκάζονται και κολάζουν το σύμπαν.
Δουλειά των ειδικών της διαφήμισης στην πραγματικότητα είναι να
κρύβουν –όχι να ενημερώνουν. Ο περιχαρής δανειολήπτης πάντοτε χαμογελά
ξεκούραστος, ενώ όλοι μας γνωρίζουμε ότι ψάχνει για δεύτερη δουλειά, μήπως και
σταματήσουν να τον ενοχλούν οι εισπρακτικές εταιρείες. Κι ο πιτσιρίκος φαίνεται
ότι χαίρεται το νέο του παιχνίδι. Αυτά που δεν φαίνονται είναι τα υλικά που
χρησιμοποιήθηκαν για να γίνει το παιχνίδι και οι ομήλικοί του που εργάστηκαν
για να το φτιάξουν.
Μπορεί οι άνθρωποι των διαφήμισεων να μην υπάρχουν στην
πραγματικότητα, υπάρχουν όμως εκείνοι που φιλοδοξούν να τους μοιάσουν. Κι
επειδή δεν γίνεται κατορθωτή η φιλοδοξία τους δυστυχούν. Κι οι δυστυχισμένοι
–ειδικώς εκείνοι που αδυνατούν να καταναλώσουν την δυστυχία τους– αποκλείονται
από τις εικονικές ζωές μας.
Οι διαφημίσεις βεβαίως βιάζουν τις ζωές μας αλλά γι’ αυτή την βία
δεν μιλάμε. Την θεωρούμε δεδομένη. Σχεδόν