Δικτατορία της φαινομενικότητας

γράφει ο Δημήτρης Κοσμόπουλος

Διηγείται ο  Κώστας Βάρναλης στους «Ανθρώπους» του. Περιστατικό της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Ο λόγιος Γεράσιμος Βώκος που είχε ζήσει πολλά χρόνια στο Παρίσι, κάθεται στο καφενείο του Ζαχαράτου. Στην πλατεία Συντάγματος. Συνωστισμός και θόρυβος. Στο τραπέζι του απρόσκλητοι έρχονται και θρονιάζονται δύο βουλευτές. Διαπληκτίζονται. Με φωνές κι αντάρες. Αίφνης κατά τα ρωμαίικα συνήθεια ο ένας γυρνά προς τον αποσβολωμένο Βώκο και τον ρωτά: «-Δίκιο δεν έχω;» «-Βεβαίως και έχεις δίκιο», απαντά ο Βώκος. «Και συ έχεις δίκιο, κι αυτός -δείχνοντας τον άλλον- έχει δίκιο. Όλοι δίκιο έχετε!». Και εγειρόμενος, βγάζει τον πίλο του, κάνει μια υπόκλιση και βροντοφωνάζει: «Χαίρε ευγενής Γαλλία!». Μεταθέστε την μικρογραφία του περιστατικού στην σύγχρονη Ελλάδα. Το κυρίαρχο πολιτιστικό παράδειγμα, είναι το αρειμάνιο «εγώ». Όλοι έχουμε δίκιο. Κανείς δεν φταίει! Σε μια παράκρουση του βαθειά ανάγωγου συλλογικού μας εγώ, κανείς μας δεν εννοεί να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη. Τι άλλο περιμένουμε ως συμπεριφορά από τους πολιτικούς μας εκπροσώπους; Κανείς τους δεν φταίει. Όλοι έχουν δίκαιο όραμα. Φαίνεται από τους καβγάδες τους στα τηλεοπτικά παράθυρα. Από την ένδεια των κατά τα άλλα στεντόρειων μπαλκονάτων λόγων. «Θα ανασυντάξουμε…», «Θα κάνουμε…»,  «Θα φέρουμε…», «Θα εκσυγχρονίσουμε…».  Δεν πρόκειται μόνο για την ξύλινη γλώσσα και την ένδειά της. Ούτε για την αδιατάρακτη κομματική αυτάρκεια, που προβάλλει ξαναζεσταμένη την γκριζάδα άλλων εποχών. Κυρίως όμως, πρόκειται για ανάδυση τρομακτικού κενού. Κενού νοήματος. Βιώνουμε την δικτατορία της φαινομενικότητας. Όμως αν δεν δούμε το άδειο κάθε αναφοράς που χάσκει από κάτω της, δεν πρόκειται να πάμε παραπέρα. Μετά τις συγκεντρώσεις και τις τηλεμαχίες, η πλατεία μένει απελπιστικά έρημη.

τεύχος 35



Τα περιεχόμενα αναλυτικά έχουν ως εξής:

Για μια φανέλα αδειανή

Δεν γνωρίζουμε ούτε αν θα σωθεί -ούτε εάν αξίζει να σωθεί- το ελληνικό κράτος.
Η «Παναθηναϊκή Συμμαχία 2012» όμως παίρνει τον Παναθηναϊκό στα χέρια της και, χάρη στην γενναιόδωρη βλακεία ορισμένων οπαδών του, φαίνεται ότι θα τα καταφέρει.
Στα ιδρυτικά μέλη του Σωματείου που θα φροντίσει για την βιωσιμότητα της επιχείρησης απλοί καθημερινοί άνθρωποι της διπλανής θύρας όπως ο Γιάννης Αλαφούζος, η Σία Κοσιώνη, ο Αλέξης Παπαχελάς, η Λιάνα Κανέλλη, ο Παύλος Τσίμας κι άλλοι γνωστοί συμπολίτες μας.
Η διακονιά -όταν είναι για τόσο ιερό σκοπό- δεν είναι ντροπή. Είναι θράσύτητα. Δώστε, λοιπόν, ότι έχετε ευχαρίστηση.
Σε καλή μεριά.

Οι χαλεποί καιροί κι ο χαλεπός εαυτός μας

Οι καιροί είναι χαλεποί -ιδού μια κοινότοπη και κοινόχρηστη φράση, την οποίαν εκπέμπουν τα χείλη όλων σχεδόν σήμερα. Ένα πρώτο σχόλιο σε τούτη την διαπίστωση, θα μπορούσε να είναι το σχόλιο, ότι δεν υπήρξε εποχή που να μην είταν δύσκολη. Σε κάθε καιρό και σε κάθε φάση της ιστορίας, ο καιρός της χρονικότητας, είναι μεταίχμιο: Μ’ άλλα λόγια, κάθε χρονική στιγμή, ο άνθρωπος έχει να αντιμετωπίσει και να δαμάσει τον μεγαλύτερο εχθρό. Αυτός δεν είναι άλλος από τον εαυτό του.  Από την ανθρώπινη φύση. Η ανθρώπινη φύση, λέει η παράδοσή μας, είναι φύση τρεπτή. Μέσα της κονταροχτυπιούνται το καλό και το κακό. Κι όπως έχει δείξει η ιστορική εμπειρία, η ανθρώπινη φύση από μόνη της, με τις δικές της δυνάμεις, δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα. Ανακυκλώνει το δράμα της παλινδρόμησης μεταξύ καλού και κακού. Κατ’  επέκτασιν, το ίδιο -ο ίδιος φαύλος κύκλος- συμβαίνει και με την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών. Η ίδια αξεδιάλυτη μείξη του καλού και του κακού, της αρετής με την αθλιότητα. Η ανθρώπινη ιστορία αιχμαλωτίζεται συνεχώς, μέσα στην ατέλεια της ανθρώπινης φύσης, αλλά και σφραγίζεται από το μεγαλείο του ανθρώπινου προσώπου, όταν αυτό απελευθερώνεται. Τι είναι αυτό που μπορεί να απελευθερώσει το ανθρώπινο πρόσωπο από τα δεσμά της καταδίκης και του εγκλεισμού, στην φύση, την ατέλεια και την φθορά της; Ιδού το ερώτημα,

ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΥΡΑΡΙΣ: Η σάτιρα είναι αγωνιστικό στοιχείο



Ο ΚΩΣΤΑΣ  ΖΟΥΡΑΡΙΣ συνομιλεί με τον Θεόδωρο Παντούλα

Ο πολίτης - οπλίτης Κώστας Ζουράρις είναι μια διττά ιδιότυπη περίπτωση. Από την μία συνηθίζει να λέει διόλου δημοφιλείς αλήθειες και από την άλλη να τις λέει -και να τις γράφει- με έναν  ολότελα δικό και γι’  αυτό απαρόμοιαστο τρόπο. Ζήτημα ύφους; Μάλλον ζήτημα ήθους για να ακριβολογούμε.
Δυστυχώς σε μια συνέντευξη δεν μπόρεσαν να χωρέσουν όλα. Ελπίζουμε όμως να τον έχουμε συχνά μαζί μας.

-Όσοι σας παρακολουθούμε σας ακούμε ενίοτε θυμωμένο. Τι είναι αυτό που σας απελπίζει και τι είναι αυτό που σας αποτρέπει από τον απελπισμό;
-Δεν ξέρω αν αναγνωρίζω τον εαυτό μου σε αυτούς τους δύο όρους –ελπίδα - απελπισία. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι άνθρωποι πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη στις φανερές ελπίδες και όχι στις άλλες, όπως οι χρησμωδοί και οι τζιτζιφιόγκοι, οι αεριτζήδες και οι εύπιστοι. Ή όπως λέει ο Μπουσκέ, ο φοβερός εκείνος επίσκοπος ο δάσκαλος του Λουδοβίκου του ΙΔ΄, ο εύπιστος είναι ο δημιουργός της τύχης του, διότι εκείνος επιθυμεί να τον εξαπατήσουν. Ή ο υπέροχος στρατηγός Ντε Γκώλ, ο οποίος απαντώντας σε μια ερώτηση για το «εάν είσαι ευτυχής κι εάν ελπίζεις» λέει ότι «η ελπίδα και η ευτυχία είναι για τους μαλάκες». Αυτό που λέει ο Καζαντζάκης «δεν φοβάμαι τίποτε, δεν ελπίζω τίποτε, είμαι ελεύθερος» δεν μου αρέσει. Ο σώφρων άνθρωπος πρέπει να φοβάται περίπου τα πάντα. «Τα πάντα υπό δέος ξυνίσταται» λέει ο Θουκυδίδης. «Ο φόβος φυλάει τα έρημα» ξαναλέει ο Θουκυδίδης λαός μας. Αλλά ασχέτως φόβου, ο οποίος είναι συστατικό στοιχείο της ταυτότητας και της αυτοσυνειδησίας, τι προέχει στην ελληνική παράδοση; Ο αγών. Ο αγώνας ασχέτως ελπιζομένου ή εικαζομένου αποτελέσματος. Ο άνθρωπος άλλωστε είναι αγωνιστής, δηλαδή ασκητής.

-Στις αγωνίες σας, στις έγνοιες σας, έχετε συνομιλητές ή φωνή Ζουράρη εν τη ερήμω;
-Βεβαίως κι έχω. Και μας ταλαιπωρούν πολλά πράγματα στην ζωή μας:

Η σκιά του Αλέξη


 γράφει ο Κωνσταντίνος Μπλάθρας
Η φωτογραφία, του Γιάννη Μπεχράκη, ενός από τους σπουδαιότερους σήμερα Έλληνες φωτογράφους-ρεπόρτερ, που έγινε πρωτοσέλιδη λίγες μέρες πριν τις εκλογές, στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς Γερμανίας», εκφράζει πράγματι χίλιες λέξεις. Η σκιά του Αλέξη Τσίπρα –εδώ από την προεκλογική του συγκέντρωση στην Ομόνοια– ήταν εκείνη που, εν τέλει, όρισε το εκλογικό αποτέλεσμα. Μπορεί η γερμανική εφημερίδα να έκανε το φάουλ, όταν έβαλε πάνω της τον τίτλο «Αντισταθείτε στο δημαγωγό», συστήνοντας ελληνιστί «για την ομαλή διακυβέρνηση» ψήφο «στη Νέα Δημοκρατία», αλλά και οι Έλληνες, υπακούοντας στο φόβο των αγορών, όχι μόνο δεν αντιστάθηκαν αλλά στην ουσία επικύρωσαν τα Μνημόνια. Ο φόβος αφορούσε τη γενική διάλυση, που προπαγάνδιζαν σύσσωμα τα ΜΜΕ για την επομένη μιας πιθανής πρωτιάς Τσίπρα.
Εν τω μεταξύ, οι Ευρωπαίοι έταζαν–δημαγωγικά και αναληθή, όπως αμέσως μετά την ψήφο αποδείχθηκε– αλλαγή όρων στα Μνημόνια, ανάπτυξη κ.τ.ό. Με το που ανακοινώθηκε η νίκη Σαμαρά, έσπευσαν

Ποιος ήρξατο χειρών αδίκων;


Ήταν θέμα χρόνου να συμβεί κι αυτό. Και συνέβη. Πρώτα στους δρόμους μας και μετά στις οθόνες μας. Την έκπτωση της πολιτικής παρ-ακολούθησαν τα υπονοούμενα, οι ύβρεις και οι χειροδικίες σε απευθείας σύνδεση.
Την ώρα που το πολιτικό σύστημα σκανδαλίζεται από την βία που το ίδιο παράγει, την ίδια ώρα το σύστημα αυτό σιωπά για τους αυτόχειρες, τους απελπισμένους και τους πένητες που δημιούργησαν οι πολιτικές του ή η απουσία τους.
Την ώρα που η ανεργία έχει κατά πολύ περάσει το 22%  γνωρίζουμε ποιος κλωσάει τ΄ αυγά του ολοκληρωτισμού.
Γι’ αυτό και είναι υποκρισία ν’ αναρωτιόμαστε στις τηλεοπτικές αρένες τι χρώμα έχει ο τραμπουκισμός.
Νούμερα θέλει. Και νούμερα έχει.

Υπάρχει ζωή χωρίς τον Γιακουμάτο και τον Πρωτόπαπα;

του ΘΕΟΔ. Ε. ΠΑΝΤΟΥΛΑ

Ένα υπολογίσιμο τμήμα του εκλογικού σώματος –εξαιρουμένων όσων αδυνατούσαν οικονομικά να μεταβούν στον τόπο άσκησης του εκλογικού τους δικαιώματος– παραιτήθηκε της εκλογικής του υποχρέωσης ή απελπίσθηκε, προτιμώντας να περάσει την Κυριακή της 6ης Μαΐου παίζοντας ρακέτες στην παραλία.
Αρκετοί επίσης συμπολίτες μας, απαντώντας καταφατικά στον αναίσχυντο εκβιασμό του κάποτε κραταιού δικομματισμού, πειθαναγκάστηκαν ότι αυτοί που κατόρθωσαν αυτό το ναυάγιο, αυτοί είναι και οι πλέον κατάλληλοι για ναυαγοσώστες!
Ακόμη περισσότεροι όμως είναι οι πολίτες που απελευθερώθηκαν από τον παλαιοκομματισμό αναζητώντας πολιτική στέγη σε σχηματισμούς με λιγότερο βεβαρημένο πολιτικό μητρώο. (Πολλοί από αυτούς τους εκλογείς έμειναν εν τέλει ανεκπροσώπητοι εξ αιτίας του καλπονοθευτικού εκλογικού νόμου που ποικιλοτρόπως υποστηρίζει ότι στην «δημοκρατία» τους δεν είμαστε όλοι ίσοι).
Την επομένη, με την βοήθεια των μέσων μαζικής χειραγώγησης, παραγνωρίσθηκαν αυτά τα δεδομένα των εκλογών και από τον δικομματισμό περάσαμε σ’ έναν διπολισμό που δεν είναι περισσότερο γόνιμος από τον δικομματισμό, αφού και πάλι η στημένη αντιπαράθεση περιορίζεται σ’ ένα επίπλαστο εκβιασμό, έναν εκβιασμό που βιάζεται να αμνηστεύσει τους ενόχους και να τους επαναπροτείνει ως μέρος της λύσης κι όχι ως κύρια συνιστώσα του προβλήματος. Συνέβησαν όλα ερήμην τους. Το πελατειακό κράτος, η υδροκέφαλη διοίκησή του, η διασπάθιση του δημόσιου πλούτου.
Εκεί σταματά η φιλοπατρία τους. Στην διάσωσή τους μέσω των Μνημονίων. Τα Μνημόνια όμως

ΟΙ ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΙΕΣ

Θέλω να πιστεύω - και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση – ότι, όπως και να το εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ κι εκεί, από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια. Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμα σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες.
Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο του ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω.
Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ‘χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν’ ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι, να μην ανήκω πουθενά.

Οδυσσέας Ελύτης – ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ τα Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, ΙΚΑΡΟΣ

Οι εφεδρείες του δωσιλογισμού


Η μνημονιακή Ελλάδα -όχι αυτή που αντιστέκεται, αυτή που επιμένει- σφεντόνισε με 7% από το κοινωνικοπολιτικό περιθώριο στο κοινοβούλιο την συμμορία της «Χρυσής Αυγής».
Οι περισσότεροι αποδίδουν την πανηγυρική είσοδο του νεοναζιστικού υπόκοσμου στο κοινοβούλιο στην ολιγωρία του πολιτικού συστήματος, που ολιγώρησε έναντι του προβλήματος της λαθρομετανάστευσης. Κι εν μέρει έχουν δίκιο.

Επιστροφή στην πολιτική


του Θεόδωρου Παντούλα* 

Σας διαβεβαιώνουμε ότι συμμεριζόμαστε την απαξίωση προς τον παλαιοκομματισμό, αλλά εάν μείνουμε απλώς στην περιφρόνησή του, αυτός θα συνεχίζει ακωλύτως να ευτελίζει τις ζωές μας. Εάν ωστόσο νομίζουμε ότι αυτό δεν μας αξίζει, θα πρέπει να είμαστε εμείς, εμείς που καυχόμαστε για την πνευματική και ηθική μας ανεξαρτησία κι ακεραιότητα, αυτοί που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις ανατροπής του. Δεν έχει ψηλώσει ο νους μας. Γνωρίζουμε πολύ καλά και ποιοι είμαστε, και πόσοι είμαστε και τι είμαστε. Κι επειδή ακριβώς τα γνωρίζουμε όλα αυτά επιλέγουμε να είμαστε παρόντες. Να μην φυγομαχούμε. Να μην υποστέλλουμε τις σημαίες μας. Όχι τις σημαίες ευκαιρίας της χρεοκοπημένης πλέον μεταπολίτευσης αλλά τις σημαίες των ιδεών, της εθνικής ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.